Ir al contenido
Res Alimentaria
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Menu
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Search
Search
Close this search box.
Glosario
Términos que aparecen en los fragmentos
Volver al listado
Search
Search
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
#
a
b
c
d
e
f
g
h
i
j
k
l
m
n
ñ
o
p
q
r
s
t
u
v
w
x
y
z
Prev
δυσανάδοτος
δυσκατέργαστος
Next
δυσέκκριτος
Difícil de excretar.
Fragmentos y términos relacionados
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.69 E-F
·
ἄτροφος
·
ἄχυλος
·
δυσέκκριτος
·
εὐέκκριτος
·
εὐκοίλιος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
θερινός
·
θρίδαξ
·
θρίδαξ μέλαινα
·
καυλὸς θρίδακος
·
μέλας
·
πνευματικός
·
πολύτροφος
·
σκληρός
·
τρόφιμος
·
τρυφερός
·
φθινοπωρινός
·
φύλλον θρίδακος
·
ψαθυρός
·
ψυκτικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.74 A
·
δυσέκκριτος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.90 C-E
·
αὐλός
·
γλυκύς (2)
·
διαχωρητικός
·
δόναξ
·
δυσέκκριτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
σωλήν
·
κακόχυλος
·
κολλώδης
·
κοῦφος
·
λεπτός (1)
·
μυίσκη
·
μῦς (ὀστρακόδερμος)
·
μῦς ᾿Εφέσιος
·
ὀπτάω (ἐπ’ ἀνθράκων)
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
παχύς (2)
·
πελώρια
·
χήμη
·
χήμη βασιλική
·
χήμη τραχεῖα
·
πολύχυλος
·
ποτάμιος
·
σωλὴν ἄρρην
·
σωλὴν θῆλυς
·
τηγανιστός
·
τρόφιμος
·
τελλῖνα
·
τελλῖνα βασιλικά
·
τελλῖνα ποτάμια
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.91 E-92 B
·
ἁλυκός
·
ἁπαλός (2)
·
γλυκύς (2)
·
δυσανάδοτος
·
δυσέκκριτος
·
δυσκατέργαστος
·
δύσπεπτος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκατέργαστος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
θαλάσσιος
·
κῆρυξ
·
τράχηλος
·
λάπαθον
·
λεπάς
·
μαλάχη
·
μήκων (τῶν ὀστρακοδέρμων)
·
ὀλιγόχυλος
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
πίννα
·
πολύχυλος
·
πορφύρα
·
σκληρός
·
συνέψω
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 3.87 B-F
·
ἁπαλός (2)
·
ἀπολαυστικός
·
ἄτροφος
·
γεῦσις
·
δασύς
·
δυσέκκριτος
·
δύσφθαρτος
·
εὐδιάλυτος
·
εὐέκκριτος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὐχυλία
·
εὔχυλος
·
ἕψω
·
ζωμός
·
σωλήν
·
κακόχυλος
·
κῆρυξ
·
τράχηλος
·
κογχύλιον
·
κτείς
·
λεπάς
·
μήκων (τῶν ὀστρακοδέρμων)
·
μῦς (ὀστρακόδερμος)
·
μῦς ᾿Εφέσιος
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
παχύς (1)
·
χήμη
·
πλήσμιος
·
πορφύρα
·
σκιλλωδής
·
στόμαχος
·
τρόφιμος
·
τροφή
·
χρήσιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.327 D
·
ἀκαρνάν
·
ἀνθίας
·
γεώδης (1)
·
γλυκύς (2)
·
δυσέκκριτος
·
ὀρφώς
·
παραστύφω
·
πιμελή
·
σαρκώδης
·
συναγρίς
·
συνόδους
·
τρόφιμος
·
φάγρος
·
χρόμις