Ir al contenido
Res Alimentaria
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Menu
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Search
Search
Close this search box.
Glosario
Términos que aparecen en los fragmentos
Volver al listado
Search
Search
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
#
a
b
c
d
e
f
g
h
i
j
k
l
m
n
ñ
o
p
q
r
s
t
u
v
w
x
y
z
Prev
πνευματώδης
πολύχυλος
Next
πολύτροφος
Muy alimenticio.
Fragmentos y términos relacionados
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.54 C-D
·
ἄτροφος
·
βαλάνος Σαρδιανή
·
κάστανον
·
δυσοικονόμητος
·
ἐμπνευματόω
·
εὐοικονόμητος
·
εὔχυλος
·
ἕψω
·
πολύτροφος
·
τρέφω
·
φρύγω
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.55 F
·
ἀπογλυκαίνω
·
θέρμος
·
πολύτροφος
·
σμηκτικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.57 C
·
πολύτροφος
·
στρόβιλος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.64 B
·
βολβός
·
διεγερτικὸς ἀφροδισίων
·
δύσπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
πολύτροφος
·
σμηκτικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.69 E-F
·
ἄτροφος
·
ἄχυλος
·
δυσέκκριτος
·
εὐέκκριτος
·
εὐκοίλιος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
θερινός
·
θρίδαξ
·
θρίδαξ μέλαινα
·
καυλὸς θρίδακος
·
μέλας
·
πνευματικός
·
πολύτροφος
·
σκληρός
·
τρόφιμος
·
τρυφερός
·
φθινοπωρινός
·
φύλλον θρίδακος
·
ψαθυρός
·
ψυκτικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.71 E
·
βαρύς
·
διψώδης
·
δυσοικονόμητος
·
ἐγκέφαλος φοίνικος
·
φοῖνιξ
·
πλήσμιος
·
πολύτροφος
·
στατικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.115 C-D
·
ἀλευρίτης
·
ἄλευρον
·
ἄρτος
·
ἄσηστος
·
εὐοικονόμητος
·
κρίθινος
·
σεμιδαλίτης
·
συγκομιστός
·
πολύτροφος
·
πυρός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 8.355 A-357 A
·
ἀβλεννής
·
ἄβρομος
·
ἁγνός
·
ἀκαρνάν
·
ἀλιπής
·
ἀλωπεκίας
·
ἄνθρακες
·
ἁπαλός (2)
·
ἁπαλόσαρκος
·
ἄπεπτος
·
ἀστερία βατίς
·
ἀστερίας
·
ἄστομος
·
ἀφύη κωβῖτις
·
ἀφύη λευκή
·
ἀφύη
·
βάκχος
·
βαρύς
·
βατίς
·
βοῦς
·
βρομώδης
·
βῶξ
·
γαλεός
·
γλίσχρος
·
γλυκύς (2)
·
γόγγρος
·
γρύλλος
·
δριμύς
·
δυσκατέργαστος
·
δυσκοίλιος
·
δυσοικονόμητος
·
δύσπεπτος
·
δύσφθαρτος
·
βορβορώδης
·
βούγλωσσος
·
ἔγχελυς
·
ἔγχελυς θαλάσσια
·
ἔγχελυς λιμναία
·
ἐρίτιμος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκοίλιος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔτροφος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
ἑψητός
·
ἕψω
·
ἡδύς
·
θαλάσσιος
·
θρίσσα
·
θυννίς
·
ἱέραξ
·
ἰχθύς
·
ἰχθὺς θαλάσσιος
·
ἰχθὺς πελάγιος
·
ἰχθὺς πετραῖος
·
θύννος
·
οὐρανοσκόπος
·
ὄρκυνος
·
χελών
·
λειόβατος
·
νάρκη
·
βελόνη
·
ῥαφίς
·
χαλκίς
·
κορακῖνος (1)
·
κεστρεὺς ποτάμιος
·
ὀξύρυγχος (2)
·
καλλιώνυμος
·
μῦς (ἰχθύς)
·
καπρίσκος
·
καυλίνης
·
κωβιὸς χλωρός
·
κεστρεύς (1)
·
κεστρεὺς θαλάσσιος
·
κεστρεὺς λευκός
·
κεστρεὺς λιμναῖος
·
κεστρεὺς μέλας
·
κέφαλος
·
κηρίς
·
κίθαρος
·
κιρρός
·
κλείς
·
κόκκυξ (ἰχθύς)
·
κωβιός
·
κόραξ
·
κοστής (κοσταί)
·
κοῦφος
·
κρεώδης
·
κύβιον
·
κωβιὸς λευκός
·
κωβῖτις
·
λεπτυντικός
·
λευκίσκος
·
λευκός
·
λιμναῖος
·
μελάνουρος
·
μέλας
·
μυξῖνος
·
ξανθίας
·
ὀλιγότροφος
·
ὀπτός
·
ὀρφός
·
ὀρφώς
·
οὐρητικός
·
παραστύφων
·
πελάγιος
·
πέρκη
·
πετραῖος
·
πηλαμύς (ἰχθύς)
·
πολύτροφος
·
πολύχυλος
·
ποτάμιος
·
πῶλυψ
·
πουλύπος
·
ῥίνη
·
ῥόμβος
·
σάλπη
·
σελαχίος
·
σηπία
·
σκάρος
·
σκληρός
·
σκληρόσαρκος
·
σκορπίος
·
σμηκτικός
·
σπάρος
·
συνοδοντίς
·
συνόδους
·
σφύραινα
·
ταγηνιστός
·
ταριχεύω (ἰχθύν)
·
τρόφιμος
·
τευθίς
·
τήγανον (ἀπὸ τηγάνου)
·
τράγος
·
τρίγλη
·
ὑγρός
·
ὑπογάστριον
·
φάγρος θαλάττιος
·
φάγρος ποτάμιος
·
φύκης
·
φυκίς
·
φυσώδης
·
χάννη
·
χάραξ
·
χελιδονίας
·
χελιδών
·
χλωρός (1)
·
χρύσοφρυς
·
ψαθυρός
·
ψῆσσα
·
ξηρός (1)
Diph.Siph. fr. apud Ath. 9.371 A-B
·
ἐκζεστός
·
εὐκοίλιος
·
εὔστομος
·
εὔχυλος
·
θρεπτικός
·
κράμβη
·
λεπτυντικός
·
λευκίσκος
·
λευκός
·
μέλας
·
νᾶπυ
·
οὐρητικός
·
πολύτροφος
·
σευτλίον
·
ῥίζα σευτλίου
·
σευτλίον λευκόν
·
σευτλίον μέλαν
Hices. fr. apud Ath. 7.298 A-B
·
ἔγχελυς
·
ἔγχελυς Μακεδονική
·
εὐστομαχία
·
εὔχυλος
·
ἰχθύς
·
πλήσμιος
·
πολύτροφος
·
τάριχος
Hices. fr. apud Ath. 7.306 D-E
·
βάκχος
·
γεῦσις
·
εὐέκκριτος
·
εὐχυλία
·
εὔχυλος
·
χελλών
·
κεστρεύς (1)
·
κέφαλος
·
λευκίσκος
·
μυξῖνος
·
πολύτροφος
Hices. fr. apud Ath. 7.310 F
·
ἔκκρισις
·
εὐστομία
·
εὔχυλος
·
λάβραξ
·
πολύτροφος
Hices. fr. apud Ath. 7.320 D-E
·
γεῦσις
·
εὐέκκριτος
·
πελάγιος
·
πολύτροφος
·
πολύχυλος
·
σκορπίος
·
σκορπίος πελάγιος
·
σκορπίος τεναγώδης
·
σμηκτικός
·
τρόφιμος
·
τεναγώδης
·
χονδρώδης