Ir al contenido
Res Alimentaria
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Menu
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Search
Search
Close this search box.
Glosario
Términos que aparecen en los fragmentos
Volver al listado
Search
Search
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
#
a
b
c
d
e
f
g
h
i
j
k
l
m
n
ñ
o
p
q
r
s
t
u
v
w
x
y
z
Prev
ταριχεύω (ἐν ἅλμη)
τάριχος ᾿Αμυκλανόν
Next
τάριχος
Salazón, en particular de pescado.
Variedades
τάριχος ᾿Αμυκλανόν
τάριχος ἀπῖον
τάριχος Βυζάντιον
τάριχος ἐκ λιμναίων
τάριχος ἐκ ποταμίων
τάριχος ἐκ τῶν θαλασσίων
τάριχος θύννειον
τάριχος κορδύλειον
τάριχος πῖον
τάριχος Σαξιτανὸς
τάριχος ὡραῖον
Fragmentos y términos relacionados
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.120 E–121 A
·
ἀπίων
·
γλυκύς (2)
·
δηκτικός
·
δριμύς
·
ἐρεθιστικὸς ὀρέξεως
·
εὐκοίλιος
·
θαλάσσιος
·
κακόχυλος
·
καυσώδης
·
κολίας (ἰχθύς)
·
κοῦφος
·
κύβιον
·
λιμναῖος
·
ὀλιγότροφος
·
ὀλιγόχυλος
·
ὀρέξις
·
πηλαμύς (ἰχθύς)
·
πίων (1)
·
ποτάμιος
·
σάρδα
·
σκιλλωδής
·
σκόμβρος
·
τάριχος
·
τάριχος ᾿Αμυκλανόν
·
τάριχος ἀπῖον
·
τάριχος Βυζάντιον
·
τάριχος ἐκ λιμναίων
·
τάριχος ἐκ ποταμίων
·
τάριχος ἐκ τῶν θαλασσίων
·
τάριχος θύννειον
·
τάριχος κορδύλειον
·
τάριχος πῖον
·
τάριχος Σαξιτανὸς
·
τάριχος ὡραῖον
·
τρόφιμος
·
ὡραῖος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.121 B-D
·
βαρύς
·
γλοιώδης
·
δύσπεπτος
·
ἅλς
·
ἄνοσμος
·
ὠμοτάριχον
·
γλυκύς (1)
·
γλυκύς (2)
·
δύσφθαρτος
·
ἐποπτάω
·
εὐανάδοτος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
ἕψω
·
ἡδύς
·
ἡμίνηρος
·
θαλάσση
·
θερμός
·
πέλτης
·
κορακῖνος ὁ ἀπὸ τοῦ Νείλου
·
κορακῖνος ὁ ποτάμιος
·
κακόχυλος
·
λιπαρός
·
μύλλος
·
πλύνω
·
ποτάμιος
·
σαρκώδης
·
σβέννυμι (μετὰ ἁλῶν)
·
σκληρός
·
τάριχος
·
τρόφιμος
·
ὕδωρ
·
ὑποπίμελος
·
ᾠόν (ἰχθύς)
·
ᾠὸν τῶν ἰχθύων
·
ᾠὸν τῶν ταρίχων
Hices. fr. apud Ath. 3.116 E-F
·
εὐέκκριτος
·
θύννειος
·
κύβιον
·
νέος
·
πηλαμύς (ἰχθύς)
·
τάριχος
·
τάριχος θύννειον
·
ὡραῖος
Hices. fr. apud Ath. 7.298 A-B
·
ἔγχελυς
·
ἔγχελυς Μακεδονική
·
εὐστομαχία
·
εὔχυλος
·
ἰχθύς
·
πλήσμιος
·
πολύτροφος
·
τάριχος