Ir al contenido
Res Alimentaria
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Menu
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Search
Search
Close this search box.
Glosario
Términos que aparecen en los fragmentos
Volver al listado
Search
Search
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
#
a
b
c
d
e
f
g
h
i
j
k
l
m
n
ñ
o
p
q
r
s
t
u
v
w
x
y
z
Prev
ταώς
τελλῖνα
Next
τρόφιμος
Alimenticio.
Fragmentos y términos relacionados
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.58 E
·
ἄγριος
·
εὐέκκριτος
·
εὔχυλος
·
κηπευόμενος
·
μαλάχη
·
μαλάχη ἀγρία
·
μαλάχη κηπευομένη
·
τρόφιμος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.69 E-F
·
ἄτροφος
·
ἄχυλος
·
δυσέκκριτος
·
εὐέκκριτος
·
εὐκοίλιος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
θερινός
·
θρίδαξ
·
θρίδαξ μέλαινα
·
καυλὸς θρίδακος
·
μέλας
·
πνευματικός
·
πολύτροφος
·
σκληρός
·
τρόφιμος
·
τρυφερός
·
φθινοπωρινός
·
φύλλον θρίδακος
·
ψαθυρός
·
ψυκτικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.73 A
·
διαχωρητικός
·
δύσπεπτος
·
εὔστομος
·
κολοκάσιον
·
ῥίζα τοῦ κυάμου τοῦ Αἰγυπτίου
·
κύαμος Αἰγύπτιος
·
ξηραίνω
·
ὀλιγότροφος
·
πνευματικός
·
τρόφιμος
·
χλωρός (2)
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.90 C-E
·
αὐλός
·
γλυκύς (2)
·
διαχωρητικός
·
δόναξ
·
δυσέκκριτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
σωλήν
·
κακόχυλος
·
κολλώδης
·
κοῦφος
·
λεπτός (1)
·
μυίσκη
·
μῦς (ὀστρακόδερμος)
·
μῦς ᾿Εφέσιος
·
ὀπτάω (ἐπ’ ἀνθράκων)
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
παχύς (2)
·
πελώρια
·
χήμη
·
χήμη βασιλική
·
χήμη τραχεῖα
·
πολύχυλος
·
ποτάμιος
·
σωλὴν ἄρρην
·
σωλὴν θῆλυς
·
τηγανιστός
·
τρόφιμος
·
τελλῖνα
·
τελλῖνα βασιλικά
·
τελλῖνα ποτάμια
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.91 E-92 B
·
ἁλυκός
·
ἁπαλός (2)
·
γλυκύς (2)
·
δυσανάδοτος
·
δυσέκκριτος
·
δυσκατέργαστος
·
δύσπεπτος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκατέργαστος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
θαλάσσιος
·
κῆρυξ
·
τράχηλος
·
λάπαθον
·
λεπάς
·
μαλάχη
·
μήκων (τῶν ὀστρακοδέρμων)
·
ὀλιγόχυλος
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
πίννα
·
πολύχυλος
·
πορφύρα
·
σκληρός
·
συνέψω
·
τρόφιμος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.120 E–121 A
·
ἀπίων
·
γλυκύς (2)
·
δηκτικός
·
δριμύς
·
ἐρεθιστικὸς ὀρέξεως
·
εὐκοίλιος
·
θαλάσσιος
·
κακόχυλος
·
καυσώδης
·
κολίας (ἰχθύς)
·
κοῦφος
·
κύβιον
·
λιμναῖος
·
ὀλιγότροφος
·
ὀλιγόχυλος
·
ὀρέξις
·
πηλαμύς (ἰχθύς)
·
πίων (1)
·
ποτάμιος
·
σάρδα
·
σκιλλωδής
·
σκόμβρος
·
τάριχος
·
τάριχος ᾿Αμυκλανόν
·
τάριχος ἀπῖον
·
τάριχος Βυζάντιον
·
τάριχος ἐκ λιμναίων
·
τάριχος ἐκ ποταμίων
·
τάριχος ἐκ τῶν θαλασσίων
·
τάριχος θύννειον
·
τάριχος κορδύλειον
·
τάριχος πῖον
·
τάριχος Σαξιτανὸς
·
τάριχος ὡραῖον
·
τρόφιμος
·
ὡραῖος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.121 B-D
·
βαρύς
·
γλοιώδης
·
δύσπεπτος
·
ἅλς
·
ἄνοσμος
·
ὠμοτάριχον
·
γλυκύς (1)
·
γλυκύς (2)
·
δύσφθαρτος
·
ἐποπτάω
·
εὐανάδοτος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
ἕψω
·
ἡδύς
·
ἡμίνηρος
·
θαλάσση
·
θερμός
·
πέλτης
·
κορακῖνος ὁ ἀπὸ τοῦ Νείλου
·
κορακῖνος ὁ ποτάμιος
·
κακόχυλος
·
λιπαρός
·
μύλλος
·
πλύνω
·
ποτάμιος
·
σαρκώδης
·
σβέννυμι (μετὰ ἁλῶν)
·
σκληρός
·
τάριχος
·
τρόφιμος
·
ὕδωρ
·
ὑποπίμελος
·
ᾠόν (ἰχθύς)
·
ᾠὸν τῶν ἰχθύων
·
ᾠὸν τῶν ταρίχων
Diph.Siph. fr. apud Ath. 8.355 A-357 A
·
ἀβλεννής
·
ἄβρομος
·
ἁγνός
·
ἀκαρνάν
·
ἀλιπής
·
ἀλωπεκίας
·
ἄνθρακες
·
ἁπαλός (2)
·
ἁπαλόσαρκος
·
ἄπεπτος
·
ἀστερία βατίς
·
ἀστερίας
·
ἄστομος
·
ἀφύη κωβῖτις
·
ἀφύη λευκή
·
ἀφύη
·
βάκχος
·
βαρύς
·
βατίς
·
βοῦς
·
βρομώδης
·
βῶξ
·
γαλεός
·
γλίσχρος
·
γλυκύς (2)
·
γόγγρος
·
γρύλλος
·
δριμύς
·
δυσκατέργαστος
·
δυσκοίλιος
·
δυσοικονόμητος
·
δύσπεπτος
·
δύσφθαρτος
·
βορβορώδης
·
βούγλωσσος
·
ἔγχελυς
·
ἔγχελυς θαλάσσια
·
ἔγχελυς λιμναία
·
ἐρίτιμος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκοίλιος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔτροφος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
ἑψητός
·
ἕψω
·
ἡδύς
·
θαλάσσιος
·
θρίσσα
·
θυννίς
·
ἱέραξ
·
ἰχθύς
·
ἰχθὺς θαλάσσιος
·
ἰχθὺς πελάγιος
·
ἰχθὺς πετραῖος
·
θύννος
·
οὐρανοσκόπος
·
ὄρκυνος
·
χελών
·
λειόβατος
·
νάρκη
·
βελόνη
·
ῥαφίς
·
χαλκίς
·
κορακῖνος (1)
·
κεστρεὺς ποτάμιος
·
ὀξύρυγχος (2)
·
καλλιώνυμος
·
μῦς (ἰχθύς)
·
καπρίσκος
·
καυλίνης
·
κωβιὸς χλωρός
·
κεστρεύς (1)
·
κεστρεὺς θαλάσσιος
·
κεστρεὺς λευκός
·
κεστρεὺς λιμναῖος
·
κεστρεὺς μέλας
·
κέφαλος
·
κηρίς
·
κίθαρος
·
κιρρός
·
κλείς
·
κόκκυξ (ἰχθύς)
·
κωβιός
·
κόραξ
·
κοστής (κοσταί)
·
κοῦφος
·
κρεώδης
·
κύβιον
·
κωβιὸς λευκός
·
κωβῖτις
·
λεπτυντικός
·
λευκίσκος
·
λευκός
·
λιμναῖος
·
μελάνουρος
·
μέλας
·
μυξῖνος
·
ξανθίας
·
ὀλιγότροφος
·
ὀπτός
·
ὀρφός
·
ὀρφώς
·
οὐρητικός
·
παραστύφων
·
πελάγιος
·
πέρκη
·
πετραῖος
·
πηλαμύς (ἰχθύς)
·
πολύτροφος
·
πολύχυλος
·
ποτάμιος
·
πῶλυψ
·
πουλύπος
·
ῥίνη
·
ῥόμβος
·
σάλπη
·
σελαχίος
·
σηπία
·
σκάρος
·
σκληρός
·
σκληρόσαρκος
·
σκορπίος
·
σμηκτικός
·
σπάρος
·
συνοδοντίς
·
συνόδους
·
σφύραινα
·
ταγηνιστός
·
ταριχεύω (ἰχθύν)
·
τρόφιμος
·
τευθίς
·
τήγανον (ἀπὸ τηγάνου)
·
τράγος
·
τρίγλη
·
ὑγρός
·
ὑπογάστριον
·
φάγρος θαλάττιος
·
φάγρος ποτάμιος
·
φύκης
·
φυκίς
·
φυσώδης
·
χάννη
·
χάραξ
·
χελιδονίας
·
χελιδών
·
χλωρός (1)
·
χρύσοφρυς
·
ψαθυρός
·
ψῆσσα
·
ξηρός (1)
Diph.Siph. fr. apud Ath. 9.369 D
·
γλυκύς (2)
·
γογγυλίς
·
δριμύς
·
δύσπεπτος
·
βουνιάς
·
εὐστόμαχος
·
λεπτυντικός
·
ὀπτάω
·
πεπτικός
·
πνευματικός
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 3.87 B-F
·
ἁπαλός (2)
·
ἀπολαυστικός
·
ἄτροφος
·
γεῦσις
·
δασύς
·
δυσέκκριτος
·
δύσφθαρτος
·
εὐδιάλυτος
·
εὐέκκριτος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὐχυλία
·
εὔχυλος
·
ἕψω
·
ζωμός
·
σωλήν
·
κακόχυλος
·
κῆρυξ
·
τράχηλος
·
κογχύλιον
·
κτείς
·
λεπάς
·
μήκων (τῶν ὀστρακοδέρμων)
·
μῦς (ὀστρακόδερμος)
·
μῦς ᾿Εφέσιος
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
παχύς (1)
·
χήμη
·
πλήσμιος
·
πορφύρα
·
σκιλλωδής
·
στόμαχος
·
τρόφιμος
·
τροφή
·
χρήσιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.278 A
·
ἀμία
·
ἁπαλός (2)
·
ἔκκρισις
·
εὔχυλος
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.309 B-C
·
ἀλιπής
·
εὐέκκριτος
·
εὐστομία
·
κακόχυμος
·
κωβιὸς χλωρός
·
κωβιός
·
κωβιὸς λευκός
·
κωβιὸς μέλας
·
λεπτός (2)
·
λευκός
·
μέλας
·
ὀλιγότροφος
·
πολύχυλος
·
σάρξ
·
τρόφιμος
·
χαῦνος
·
χλωρός (1)
·
χυλός
Hices. fr. apud Ath. 7.312 C
·
γόγγρος
·
ἔγχελυς
·
μύραινα
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.313 D
·
εὐστομία
·
εὐχυλία
·
μελάνουρος
·
παραστύφω
·
σαργός
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.313 E
·
μορμύρος
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.320 C
·
εὔχυλος
·
μαινίς
·
σπάρος
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.320 D-E
·
γεῦσις
·
εὐέκκριτος
·
πελάγιος
·
πολύτροφος
·
πολύχυλος
·
σκορπίος
·
σκορπίος πελάγιος
·
σκορπίος τεναγώδης
·
σμηκτικός
·
τρόφιμος
·
τεναγώδης
·
χονδρώδης
Hices. fr. apud Ath. 7.321 A
·
εὐέκκριτος
·
εὔχυλος
·
κολίας (ἰχθύς)
·
σκόμβρος
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.321 A-B
·
μελάνουρος
·
σαργός
·
στύφω
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.323 A
·
ἀπειθής
·
ἄστομος
·
γεῦσις
·
γόγγρος
·
εὐχυλία
·
σφύραινα
·
τρόφιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.327 D
·
ἀκαρνάν
·
ἀνθίας
·
γεώδης (1)
·
γλυκύς (2)
·
δυσέκκριτος
·
ὀρφώς
·
παραστύφω
·
πιμελή
·
σαρκώδης
·
συναγρίς
·
συνόδους
·
τρόφιμος
·
φάγρος
·
χρόμις
Hices. fr. apud Ath. 7.328 A-B
·
γλυκύτης
·
εὐστομία
·
τρόφιμος
·
χρύσοφρυς
Paxamus fr. apud Gp. 12.17
·
ἄλευρον κρίθινον
·
ἅλς
·
ἔλαιον
·
ἑψανός
·
κορίανον
·
κράμβη
·
κρίθινος
·
μέλι Ἀττικόν
·
οἶνος γλυκύς
·
οἶνος λευκός
·
οἶνος μέλας
·
ὄξος
·
πήγανον
·
προβιβρώσκω
·
προεσθίω
·
σίλφιον
·
τρόφιμος
·
χυλός
·
ὠμός