Ir al contenido
Res Alimentaria
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Menu
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Search
Search
Close this search box.
Glosario
Términos que aparecen en los fragmentos
Volver al listado
Search
Search
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
#
a
b
c
d
e
f
g
h
i
j
k
l
m
n
ñ
o
p
q
r
s
t
u
v
w
x
y
z
Prev
σκιλλωδής
σκληρόσαρκος
Next
σκληρός
De consistencia firme.
Fragmentos y términos relacionados
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.61 C-E
·
ἅλς
·
ἁπαλός (2)
·
διαχωρητικός
·
δύσπεπτος
·
εὔστομος
·
ἕψω
·
θρεπτικός
·
λεπτός (1)
·
μέλας
·
μέλι
·
μύκης
·
ὄξος
·
ὀξύμελι
·
πελιός
·
σκευάζω
·
σκληρός
·
ὑδρόμελι
·
φυσώδης
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.69 E-F
·
ἄτροφος
·
ἄχυλος
·
δυσέκκριτος
·
εὐέκκριτος
·
εὐκοίλιος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
θερινός
·
θρίδαξ
·
θρίδαξ μέλαινα
·
καυλὸς θρίδακος
·
μέλας
·
πνευματικός
·
πολύτροφος
·
σκληρός
·
τρόφιμος
·
τρυφερός
·
φθινοπωρινός
·
φύλλον θρίδακος
·
ψαθυρός
·
ψυκτικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.91 E-92 B
·
ἁλυκός
·
ἁπαλός (2)
·
γλυκύς (2)
·
δυσανάδοτος
·
δυσέκκριτος
·
δυσκατέργαστος
·
δύσπεπτος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκατέργαστος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
θαλάσσιος
·
κῆρυξ
·
τράχηλος
·
λάπαθον
·
λεπάς
·
μαλάχη
·
μήκων (τῶν ὀστρακοδέρμων)
·
ὀλιγόχυλος
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
πίννα
·
πολύχυλος
·
πορφύρα
·
σκληρός
·
συνέψω
·
τρόφιμος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.121 B-D
·
βαρύς
·
γλοιώδης
·
δύσπεπτος
·
ἅλς
·
ἄνοσμος
·
ὠμοτάριχον
·
γλυκύς (1)
·
γλυκύς (2)
·
δύσφθαρτος
·
ἐποπτάω
·
εὐανάδοτος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
ἕψω
·
ἡδύς
·
ἡμίνηρος
·
θαλάσση
·
θερμός
·
πέλτης
·
κορακῖνος ὁ ἀπὸ τοῦ Νείλου
·
κορακῖνος ὁ ποτάμιος
·
κακόχυλος
·
λιπαρός
·
μύλλος
·
πλύνω
·
ποτάμιος
·
σαρκώδης
·
σβέννυμι (μετὰ ἁλῶν)
·
σκληρός
·
τάριχος
·
τρόφιμος
·
ὕδωρ
·
ὑποπίμελος
·
ᾠόν (ἰχθύς)
·
ᾠὸν τῶν ἰχθύων
·
ᾠὸν τῶν ταρίχων
Diph.Siph. fr. apud Ath. 8.355 A-357 A
·
ἀβλεννής
·
ἄβρομος
·
ἁγνός
·
ἀκαρνάν
·
ἀλιπής
·
ἀλωπεκίας
·
ἄνθρακες
·
ἁπαλός (2)
·
ἁπαλόσαρκος
·
ἄπεπτος
·
ἀστερία βατίς
·
ἀστερίας
·
ἄστομος
·
ἀφύη κωβῖτις
·
ἀφύη λευκή
·
ἀφύη
·
βάκχος
·
βαρύς
·
βατίς
·
βοῦς
·
βρομώδης
·
βῶξ
·
γαλεός
·
γλίσχρος
·
γλυκύς (2)
·
γόγγρος
·
γρύλλος
·
δριμύς
·
δυσκατέργαστος
·
δυσκοίλιος
·
δυσοικονόμητος
·
δύσπεπτος
·
δύσφθαρτος
·
βορβορώδης
·
βούγλωσσος
·
ἔγχελυς
·
ἔγχελυς θαλάσσια
·
ἔγχελυς λιμναία
·
ἐρίτιμος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκοίλιος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔτροφος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
ἑψητός
·
ἕψω
·
ἡδύς
·
θαλάσσιος
·
θρίσσα
·
θυννίς
·
ἱέραξ
·
ἰχθύς
·
ἰχθὺς θαλάσσιος
·
ἰχθὺς πελάγιος
·
ἰχθὺς πετραῖος
·
θύννος
·
οὐρανοσκόπος
·
ὄρκυνος
·
χελών
·
λειόβατος
·
νάρκη
·
βελόνη
·
ῥαφίς
·
χαλκίς
·
κορακῖνος (1)
·
κεστρεὺς ποτάμιος
·
ὀξύρυγχος (2)
·
καλλιώνυμος
·
μῦς (ἰχθύς)
·
καπρίσκος
·
καυλίνης
·
κωβιὸς χλωρός
·
κεστρεύς (1)
·
κεστρεὺς θαλάσσιος
·
κεστρεὺς λευκός
·
κεστρεὺς λιμναῖος
·
κεστρεὺς μέλας
·
κέφαλος
·
κηρίς
·
κίθαρος
·
κιρρός
·
κλείς
·
κόκκυξ (ἰχθύς)
·
κωβιός
·
κόραξ
·
κοστής (κοσταί)
·
κοῦφος
·
κρεώδης
·
κύβιον
·
κωβιὸς λευκός
·
κωβῖτις
·
λεπτυντικός
·
λευκίσκος
·
λευκός
·
λιμναῖος
·
μελάνουρος
·
μέλας
·
μυξῖνος
·
ξανθίας
·
ὀλιγότροφος
·
ὀπτός
·
ὀρφός
·
ὀρφώς
·
οὐρητικός
·
παραστύφων
·
πελάγιος
·
πέρκη
·
πετραῖος
·
πηλαμύς (ἰχθύς)
·
πολύτροφος
·
πολύχυλος
·
ποτάμιος
·
πῶλυψ
·
πουλύπος
·
ῥίνη
·
ῥόμβος
·
σάλπη
·
σελαχίος
·
σηπία
·
σκάρος
·
σκληρός
·
σκληρόσαρκος
·
σκορπίος
·
σμηκτικός
·
σπάρος
·
συνοδοντίς
·
συνόδους
·
σφύραινα
·
ταγηνιστός
·
ταριχεύω (ἰχθύν)
·
τρόφιμος
·
τευθίς
·
τήγανον (ἀπὸ τηγάνου)
·
τράγος
·
τρίγλη
·
ὑγρός
·
ὑπογάστριον
·
φάγρος θαλάττιος
·
φάγρος ποτάμιος
·
φύκης
·
φυκίς
·
φυσώδης
·
χάννη
·
χάραξ
·
χελιδονίας
·
χελιδών
·
χλωρός (1)
·
χρύσοφρυς
·
ψαθυρός
·
ψῆσσα
·
ξηρός (1)
Hices. fr. apud Ath. 7.288 C
·
ἀραιόσαρκος
·
ἄτροφος
·
γόγγρος
·
ἔγχελυς
·
εὐστόμαχος
·
εὐχυλία
·
σκληρός