Ir al contenido
Res Alimentaria
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Menu
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Search
Search
Close this search box.
Glosario
Términos que aparecen en los fragmentos
Volver al listado
Search
Search
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
#
a
b
c
d
e
f
g
h
i
j
k
l
m
n
ñ
o
p
q
r
s
t
u
v
w
x
y
z
Prev
θαλάττη
θερινός
Next
θαλάττιος
De mar (dicho del pescado u otros animales comestibles).
Fragmentos y términos relacionados
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.91 E-92 B
·
ἁλυκός
·
ἁπαλός (1)
·
γλυκύς (2)
·
δυσανάδοτος
·
δυσέκκριτος
·
δυσκατέργαστος
·
δύσπεπτος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκατέργαστος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
κῆρυξ
·
τράχηλος
·
λάπαθον
·
λεπάς
·
μαλάχη
·
μήκων (τῶν μαλακίων)
·
ὀλιγόχυλος
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
πίννα
·
πολύχυλος
·
πορφύρα
·
σκληρός
·
συνέψω
·
τρόφιμος
·
θαλάττιος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.120 E–121 A
·
ἀπίων
·
γλυκύς (2)
·
δηκτικός
·
δριμύς
·
ἐρεθιστικὸς ὀρέξεως
·
εὐκοίλιος
·
κακόχυλος
·
καυσώδης
·
κολίας (τάριχος)
·
κοῦφος
·
κύβιον
·
λιμναῖος
·
ὀλιγότροφος
·
ὀλιγόχυλος
·
ὀρέξις
·
πηλαμύς
·
πίων
·
ποτάμιος
·
σάρδα (τάριχος)
·
σκιλλώδης
·
σκόμβρος (τάριχος)
·
τάριχος
·
τάριχος ᾿Αμυκλανός
·
τάριχος ἀπῖον
·
τάριχος Βυζάντιον
·
τάριχος ἐκ λιμναίων
·
τάριχος ἐκ ποταμίων
·
τάριχος ἐκ τῶν θαλαττίων
·
τάριχος θύννειον
·
τάριχος κορδύλειον
·
τάριχος πῖον
·
τάριχος Σαξιτανός
·
τάριχος ὡραῖον
·
τρόφιμος
·
ὡραῖος
·
θαλάττιος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 8.355 A-357 A
·
ἀβλεννής
·
ἄβρομος
·
ἁγνός
·
ἀκαρνάν
·
ἀλιπής
·
ἀλωπεκίας
·
ἄνθρακες
·
ἁπαλός (1)
·
ἁπαλόσαρκος
·
ἄπεπτος
·
ἀστερία βατίς
·
ἀστερίας
·
ἄστομος
·
κωβῖτις
·
ἀφύη λευκή
·
ἀφύη
·
βάκχος
·
βαρύς
·
βατίς
·
βοῦς
·
βρομώδης
·
βῶξ
·
γαλεός
·
γλίσχρος
·
γλυκύς (2)
·
γόγγρος
·
γρύλλος
·
δριμύς
·
δυσκατέργαστος
·
δυσκοίλιος
·
δυσοικονόμητος
·
δύσπεπτος
·
δύσφθαρτος
·
βορβορώδης
·
ἔγχελυς
·
ἔγχελυς θαλάσσια
·
ἔγχελυς λιμναία
·
ἐρίτιμος
·
εὐανάδοτος
·
εὐκοίλιος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔστομος
·
εὔτροφος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
ἑφθός
·
ἑψητός (ἰχθύς)
·
ἕψω
·
ἡδύς
·
θυννίς
·
ἱέραξ
·
ἰχθύς
·
ἰχθὺς θαλάττιος
·
ἰχθὺς πελάγιος
·
ἰχθὺς πετραῖος
·
θύννος
·
οὐρανοσκόπος
·
ὄρκυνος
·
χελών
·
λειόβατος
·
νάρκη
·
βελόνη
·
ῥαφίς
·
χαλκίς
·
κορακῖνος (1)
·
κεστρεὺς ποτάμιος
·
ὀξύρυγχος (2)
·
καλλιώνυμος
·
μῦς (2)
·
καπρίσκος
·
καυλίνης
·
κωβιὸς χλωρός
·
κεστρεύς (1)
·
κεστρεὺς λευκός
·
κεστρεὺς λιμναῖος
·
κεστρεὺς μέλας
·
κέφαλος
·
κηρίς
·
κίθαρος
·
κιρρός
·
κλείς
·
κόκκυξ
·
κωβιός
·
κόραξ
·
κοστής (κοσταί)
·
κοῦφος
·
κρεώδης
·
κύβιον
·
κωβιὸς λευκός
·
κωβῖτις
·
λεπτυντικός
·
λευκίσκος
·
λευκός
·
λιμναῖος
·
μελάνουρος
·
μέλας
·
μυξῖνος
·
ξανθίας
·
ὀλιγότροφος
·
ὀπτός
·
ὀρφός
·
ὀρφώς
·
οὐρητικός
·
πελάγιος
·
πέρκη
·
πετραῖος
·
πηλαμύς
·
πολύτροφος
·
πολύχυλος
·
ποτάμιος
·
πῶλυψ
·
ῥίνη
·
ῥόμβος
·
σάλπη
·
σελαχίος
·
σηπία
·
σκάρος
·
σκληρός
·
σκληρόσαρκος
·
σκορπίος
·
σμηκτικός
·
σπάρος
·
συνοδοντίς
·
συνόδους
·
σφύραινα
·
ταγηνιστός
·
ταριχεύω
·
τρόφιμος
·
τευθίς
·
τήγανον (ἀπὸ τηγάνου)
·
τράγος
·
τρίγλη
·
ὑγρός
·
ὑπογάστριον
·
φάγρος θαλάττιος
·
φάγρος ποτάμιος
·
φύκης
·
φυκίς
·
φυσώδης
·
χάννη
·
χάραξ
·
χελιδονίας
·
χελιδών
·
χλωρός (1)
·
χρύσοφρυς
·
ψαθυρός
·
ξηρός (1)
·
εὐέκκριτος
·
βούγλωττος
·
θαλάττιος
·
κεστρεὺς θαλάττιος
·
κορακῖνος ὁ ποτάμιος
·
θρίττα
·
κεστρεύς (2)
·
παραστύφω
·
ψῆττα
Hices. fr. apud Ath. 7.308 D
·
εὐέκκριτος
·
εὐχυλία
·
θαλάττιος
·
κορακῖνος θαλάττιος
·
ὀλιγότροφος