Ir al contenido
Res Alimentaria
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Menu
Quiénes somos
El Proyecto
El Equipo
Lnoriega.es
Recursos
Glosario
Bibliografía
Noticias
Contacto
Search
Search
Close this search box.
Glosario
Términos que aparecen en los fragmentos
Volver al listado
Search
Search
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
#
a
b
c
d
e
f
g
h
i
j
k
l
m
n
ñ
o
p
q
r
s
t
u
v
w
x
y
z
Prev
εὐδιάλυτος
εὐκατέργαστος
Next
εὐέκκριτος
Fácil de excretar.
Fragmentos y términos relacionados
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.50 B
·
εὐέκκριτος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
κοκκύμηλον
·
ὀλιγότροφος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.51 F
·
εὐέκκριτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
ὀλιγότροφος
·
συκάμινον
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.54 A-B
·
ἀμύγδαλον
·
ἀμύγδαλον Θάσιον
·
ἀμύγδαλον Κύπριον
·
ἁπαλός (2)
·
ἄτροφος
·
γαλακτώδης
·
ἐπιπολαστικός
·
εὐέκκριτος
·
εὔχυλος
·
ἰπνός
·
καθαρτικός
·
κακόχυλος
·
κάρυον βασιλικόν
·
κάρυον Ποντικόν
·
λεπτυντικός
·
ξηρός (2)
·
ὀλιγότροφος
·
οὐρητικός
·
φρύγω
·
φυσώδης
·
χλωρός (2)
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.58 E
·
ἄγριος
·
εὐέκκριτος
·
εὔχυλος
·
κηπευόμενος
·
μαλάχη
·
μαλάχη ἀγρία
·
μαλάχη κηπευομένη
·
τρόφιμος
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.59 B
·
ἀρτυτός
·
εὐέκκριτος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
κάθεφθος
·
κολοκύντη
·
λεπτυντικός
·
νᾶπυ
·
ὀλιγότροφος
·
ὄξος
·
ὑγραντικός
·
ὕδωρ
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.62 F
·
ἀσφάραγος τῆς κράμβης
·
δριμύς
·
εὐέκκριτος
·
εὐστόμαχος
·
ὄρμενος
·
κράμβη
·
οὐρητικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.68 F
·
ἐπικρατητικός
·
εὐέκκριτος
·
εὔφθαρτος
·
εὔχυλος
·
κακόχυλος
·
ὀλιγότροφος
·
πέπων (καρπός)
Diph.Siph. fr. apud Ath. 2.69 E-F
·
ἄτροφος
·
ἄχυλος
·
δυσέκκριτος
·
εὐέκκριτος
·
εὐκοίλιος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
θερινός
·
θρίδαξ
·
θρίδαξ μέλαινα
·
καυλὸς θρίδακος
·
μέλας
·
πνευματικός
·
πολύτροφος
·
σκληρός
·
τρόφιμος
·
τρυφερός
·
φθινοπωρινός
·
φύλλον θρίδακος
·
ψαθυρός
·
ψυκτικός
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.80 B-C
·
ἁπαλός (1)
·
βαρύς
·
ἐπιπολαστικός
·
εὐέκκριτος
·
εὐοικονόμητος
·
εὔστομος
·
κακόχυλος
·
ὀλιγότροφος
·
σῦκον
·
σῦκον ἁπαλόν
·
σῦκον ξηρόν
·
σῦκον Ῥόδιον
·
σῦκον Τραλλιανόν
·
σῦκον Χῖον
·
ξηρός (1)
Diph.Siph. fr. apud Ath. 3.80 E-F
·
γλυκύς (1)
·
ἐπιπολαστικός
·
εὐέκκριτος
·
εὔχυλος
·
θερινός
·
κακοστόμαχος
·
κακόχυλος
·
μῆλον
·
ὀξύς (1)
·
πέπων
·
στατικός
·
φθινοπωρινός
·
χλωρός (2)
Hices. fr. apud Ath. 3.87 B
·
εὐέκκριτος
·
κακόχυλος
·
λεῖος
·
ὀλιγότροφος
·
χήμη
·
χήμη λεῖα
·
χήμη τραχεῖα
·
πορφυρευóμενος
·
τραχεῖος
Hices. fr. apud Ath. 3.87 B-F
·
ἁπαλός (2)
·
ἀπολαυστικός
·
ἄτροφος
·
γεῦσις
·
δασύς
·
δυσέκκριτος
·
δύσφθαρτος
·
εὐδιάλυτος
·
εὐέκκριτος
·
εὔπεπτος
·
εὐστόμαχος
·
εὐχυλία
·
εὔχυλος
·
ἕψω
·
ζωμός
·
σωλήν
·
κακόχυλος
·
κῆρυξ
·
τράχηλος
·
κογχύλιον
·
κτείς
·
λεπάς
·
μήκων (τῶν ὀστρακοδέρμων)
·
μῦς (ὀστρακόδερμος)
·
μῦς ᾿Εφέσιος
·
ὄστρεον
·
οὐρητικός
·
παχύς (1)
·
χήμη
·
πλήσμιος
·
πορφύρα
·
σκιλλωδής
·
στόμαχος
·
τρόφιμος
·
τροφή
·
χρήσιμος
Hices. fr. apud Ath. 7.282 C-D
·
ἀνθίας
·
εὐέκκριτος
·
εὐστόμαχος
·
εὔχυλος
·
λύκος
·
καλλιώνυμος
·
χονδρώδης
Hices. fr. apud Ath. 7.306 D-E
·
βάκχος
·
γεῦσις
·
εὐέκκριτος
·
εὐχυλία
·
εὔχυλος
·
χελλών
·
κεστρεύς (1)
·
κέφαλος
·
λευκίσκος
·
μυξῖνος
·
πολύτροφος
Hices. fr. apud Ath. 7.308 D
·
εὐέκκριτος
·
εὐχυλία
·
θαλάττιος
·
κορακῖνος θαλάττιος
·
ὀλιγότροφος
Hices. fr. apud Ath. 7.309 B-C
·
ἀλιπής
·
εὐέκκριτος
·
εὐστομία
·
κακόχυμος
·
κωβιὸς χλωρός
·
κωβιός
·
κωβιὸς λευκός
·
κωβιὸς μέλας
·
λεπτός (2)
·
λευκός
·
μέλας
·
ὀλιγότροφος
·
πολύχυλος
·
σάρξ
·
τρόφιμος
·
χαῦνος
·
χλωρός (1)
·
χυλός
Hices. fr. apud Ath. 3.116 E-F
·
εὐέκκριτος
·
θύννειος
·
κύβιον
·
νέος
·
πηλαμύς (ἰχθύς)
·
τάριχος
·
τάριχος θύννειον
·
ὡραῖος
Hices. fr. apud Ath. 7.320 D-E
·
γεῦσις
·
εὐέκκριτος
·
πελάγιος
·
πολύτροφος
·
πολύχυλος
·
σκορπίος
·
σκορπίος πελάγιος
·
σκορπίος τεναγώδης
·
σμηκτικός
·
τρόφιμος
·
τεναγώδης
·
χονδρώδης
Hices. fr. apud Ath. 7.321 A
·
εὐέκκριτος
·
εὔχυλος
·
κολίας (ἰχθύς)
·
σκόμβρος
·
τρόφιμος